Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

job loss


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο loss παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: job
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
loss n(deprivation)απώλεια ουσ θηλ
 His loss of hearing really hurt his ability to work.
 Η απώλεια ακοής μείωσε την ικανότητά του να εργαστεί.
loss n(financial)ζημιά, ζημία ουσ θηλ
  απώλειες ουσ θηλ πλ
 (καθομιλουμένη)χασούρα ουσ θηλ
 The loss was over three million dollars.
 Η ζημιά (or: Οι απώλειες) ήταν πάνω από τρία εκατομμύρια δολάρια.
 Η χασούρα ήταν πάνω από τρία εκατομμύρια δολάρια.
loss n(failure to win)ήττα ουσ θηλ
 The fans were upset at their team's loss.
 Οι οπαδοί αναστατώθηκαν με την ήττα της ομάδας τους.
loss n(bereavement)απώλεια ουσ θηλ
 Sonia's son died recently; it was a terrible loss for the whole family.
 Ο γιος της Σόνια πέθανε πρόσφατα. Ήταν τεράστια απώλεια για όλη την οικογένεια.
loss n(absence)απώλεια ουσ θηλ
 (ανεπίσημο)χαμός ουσ αρσ
 Rita felt a terrible sense of loss when her children left home.
 Η Ρίτα ένιωσε το απαίσιο αίσθημα της απώλειας, όταν τα παιδιά της έφυγαν από το σπίτι.
loss n(missed opportunity)απώλεια ουσ θηλ
 His inability to graduate from the university was such a loss.
 Το ότι δεν κατάφερε να τελειώσει το πανεπιστήμιο ήταν μεγάλη απώλεια.
loss n(insurance)απώλεια ουσ θηλ
 Some insurance covers the loss of use of a property.
 Μερικά ασφαλιστικά προγράμματα καλύπτουν την απώλεια χρήσης ιδιοκτησίας.
loss n(number, amount lost)απώλεια ουσ θηλ
 (σε παιχνίδι, τζόγο)χασούρα ουσ θηλ
 The earthquake was responsible for the loss of many lives.
 Η απώλεια ζωών από τον σεισμό ήταν τεράστια.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
[sb]'s loss expr([sb] is the person losing out)αυτός χάνει έκφρ
 Your boyfriend dumped you? Well, that's his loss; you're too good for him anyway.
 You don't want to come out with us tonight? Oh well, your loss!
loss n(condition) (μεταφορικά)καταστροφή ουσ θηλ
  χαμένη υπόθεση έκφρ
 The house was a total loss after the hurricane.
 Το σπίτι ήταν σκέτη καταστροφή μετά τον τυφώνα.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μην προσπαθείς άλλο να τη βοηθήσεις. Είναι χαμένη υπόθεση.
loss n(military: defeat)ήττα ουσ θηλ
 The loss at Waterloo was the turning point in the war.
 Η ήττα στο Βατερλώ ήταν η κρίσιμη καμπή του πολέμου.
loss n(misplacing [sth](καθομιλουμένη)χάσιμο ουσ ουδ
  απώλεια ουσ θηλ
 The loss of his phone was a major inconvenience.
 Το χάσιμο (or: Η απώλεια) του τηλεφώνου του τον δυσκόλεψε αρκετά.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
at a loss adv(losing money)με ζημία έκφρ
 They must be selling these at a loss, the prices are so low.
at a loss adjinformal (unable to understand)σαστισμένος, απορημένος, ξαφνιασμένος, αμήχανος επίθ
 (μεταφορικά)χαμένος επίθ
 She was at a loss to explain what had happened.
blood loss n(amount of blood haemorrhaged)απώλεια αίματος περίφρ
dead loss ninformal ([sb], [sth]: useless) (μεταφορικά)χαμένη υπόθεση επίθ + ουσ θηλ
  άχρηστος επίθ
 (καθομ, αποδοκιμασίας: άτομο)χαμένο κορμί επίθ + ουσ ουδ
 Don't ask her to help: she's a dead loss.
hearing loss n(diminished ability to hear)απώλεια ακοής έκφρ
 As a result of the explosion he suffered hearing loss.
I am sorry for your loss interjslightly formal (condolences)Συλλυπητήρια έκφρ
  Τα συλλυπητήριά μου έκφρ
 I have just heard the sad news about your sister. I am sorry for your loss.
I'm sorry for your loss,
Sorry for your loss
interj
(condolences)τα συλλυπητήρια μου έκφρ
  να ζήσετε να τον/την θυμάστε έκφρ
 I'm sorry for your loss; your father will be missed by all who knew him.
loss leader n(low-cost item sold to draw buyers) (μεταφορικά, αργκό)κράχτης ουσ αρσ
 Some companies sell something for cheap as a loss leader to get people to come in and buy more expensive products.
 Μερικές εταιρείες πουλούν φθηνά κάποιο προϊόν ως «κράχτη», για να προσκαλέσουν τον κόσμο στο κατάστημα και να τον κάνουν να αγοράσει πιο ακριβά προϊόντα.
loss of concentration n(inability to continue paying attention)απώλεια συγκέντρωσης έκφρ
 In sports, a loss of concentration can mean losing the game.
loss of consciousness n(faint, blackout)απώλεια συνείδησης, απώλεια αισθήσεων περίφρ
loss of hearing n(partial or total deafness)απώλεια ακοής έκφρ
 Many people experience loss of hearing as they grow older.
loss of innocence n(coming of age)απώλεια της παιδικής αθωότητας φρ ως ουσ θηλ
loss of life n(death)θάνατος ουσ αρσ
 A bomb exploded in the shopping centre, leading to considerable loss of life.
loss of memory n(amnesia caused by trauma, etc.)απώλεια μνήμης φρ ως ουσ θηλ
  αμνησία ουσ θηλ
 The blow he suffered in the accident has caused a complete loss of memory.
 Loss of memory can be temporary or permanent.
 Το χτύπημα που υπέστη στο ατύχημα του προκάλεσε ολική απώλεια μνήμης. // Η απώλεια μνήμης μπορεί να είναι προσωρινή ή μόνιμη.
loss of memory n(diminished ability to recall)απώλεια μνήμης φρ ως ουσ θηλ
loss of social position n(decrease in status)κοινωνικός ξεπεσμός έκφρ
 What upset him most was not the loss of his fortune but the resulting loss of social position.
loss of speech n(inability to speak due to trauma, etc.)απώλεια λόγου έκφρ
 After witnessing the horrific murder he experienced temporary loss of speech.
Loss of Warranty n(invalidating a guarantee)ακύρωση εγγύησης περίφρ
be lost for words,
be at a loss for words
v expr
(not know what to say)δεν ξέρω τι να πω έκφρ
 (μεταφορικά)δεν έχω λόγια έκφρ
make a loss v expr(lose money)σημειώνω απώλειες περίφρ
 My company made a loss last year and had to lay off three employees.
opportunity loss n(missed alternative)απώλεια ευκαιρίας περίφρ
  χάσιμο ευκαιρίας περίφρ
  χαμένη ευκαιρία περίφρ
profit and loss (economics)κέρδος και απώλεια έκφρ
stop-loss adj(stock market: preventing financial loss)περιορισμού ζημιάς φρ ως επίθ
suffer loss vtr + n(be bereaved)υποφέρω από απώλεια ρ μ
Σχόλιο: η μετάφραση εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης
 You'll understand how I feel when you suffer loss yourself.
total loss n(damaged vehicle: write-off)κατεστραμμένος, ξεγραμμένος επίθ
 The insurance company deemed the automobile a total loss after the accident.
total loss n(finance: gross amount lost)συνολική απώλεια ουσ θηλ
translation loss n(sum lost during currency conversion)ζημία μετατροπής συναλλάγματος περίφρ
weight loss n(slimming)αδυνάτισμα ουσ ουδ
 Her sudden weight loss worried her friends.
weight-loss n as adj(diet, etc.: slimming) (σε γενική)αδυνατίσματος ουσ ουδ
 (σε γενική)απώλειας βάρους φρ ως ουσ θηλ
  για αδυνάτισμα περίφρ
  για απώλεια βάρους περίφρ
yield loss n(finance: decrease in profit from investments) (χρηματοοικονομικά)απώλεια απόδοσης φρ ως ουσ θηλ
yield loss n(agriculture: crop loss) (γεωργία)απώλεια σοδειάς φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'job loss' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση job loss στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «job loss».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!